Συνολικές προβολές σελίδας

ΣΥΣΤΑΣΗ

Με πολύ καλή διάθεση δημοσιεύω στο παρόν blog κάποια άρθρα που πιστεύω ότι μπορεί να βοηθήσουν κάποιους συναδέλφους γυμναστές ή προπονητές, υπάρχουν όμως αρκετοί που αναδημοσιεύουν τα δικά μου άρθρα σε δικά τους site ή blog χωρίς αναφορά στο όνομά μου ή στο blog από όπου προέρχονται τα άρθρα.

Στο εξής απαγορεύεται ρητά σε όλους να αναδημοσιεύουν άρθρα από το παρόν blog και δικά μου άρθρα από οπουδήποτε αλλού τα βρουν διαθέσιμα.

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Για την απληστία και την αχαριστία του Έλληνα


  Το παρακάτω απόσπασμα από τους Αχαρνείς του Αριστοφάνη αποτελεί για μένα βασικό παράδειγμα για την απληστία και την αχαριστία του Έλληνα, τότε και τώρα.
  Ο Δικαιόπολης ζητά από τον Ευριπίδη κάποια πράγματα, ο Ευριπίδης δεν θέλει να του τα δώσει ο Δικαιόπολης γίνεται φορτικός, ο Ευριπίδης του δίνει αυτά που ζητάει, και ο Δικαιόπολης ζητάει ακόμη περισσότερα, ακόμη και πράγματα που δεν χρειάζεται, μόνο για πάρει ότι μπορεί περισσότερο.
  Όταν βλέπει ότι δεν πρόκειται να πάρει κάτι ακόμη αρχίζει και κοροϊδεύει τον Ευριπίδη για το επάγγελμα της μάνας του.

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ, ΑΧΑΡΝΕΙΣ, 2438 π.π.
  Ο Αριστοφάνης ήταν βαθύς γνώστης της εποχής του και ψυχολόγος. Γι’ αυτό κατόρθωσε να απεικονίσει άριστα την ψυχοσύνθεση των συμπολιτών του, ώστε τα έργα του να θεωρούνται πιστός πίνακας της αττικής ζωής και βαθιά μελέτη και σπουδή της κοινωνίας του καιρού του.
  Βασικά συντηρητικός και νοσταλγός του παρελθόντος, ωστόσο ήταν ανεξάρτητος στις κρίσεις του, αν και είχε κι εκείνος τις προκαταλήψεις του. 
Δεν έβλεπε με καλό μάτι τις νέες τάσεις της εποχής του και ασκούσε εναντίον τους δριμεία κριτική και πολεμική με καταπληκτική όμως ποιητική δεξιοτεχνία. Καυτηρίαζε ιδιαίτερα τους δημαγωγούς και τους σοφιστές, χωρίς να εξαιρεί ούτε τον Σωκράτη, ο οποίος ωστόσο υπήρξε σφοδρός πολέμιος των σοφιστών.
  Γενικά, ο Αριστοφάνης θεωρείται ο μεγαλύτερος κωμικός ποιητής του αρχαίου κόσμου και οι κωμωδίες του παίζονται ακόμη και σήμερα με πολλή επιτυχία, όχι μονάχα στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.
  Οι Αχαρνείς, είναι μία από τις καλύτερες κωμωδίες του, σ’ αυτήν ο ποιητής με κάθε τρόπο ζητά την ειρήνη. Με τον πρωταγωνιστή της κωμωδίας, τον αγρότη και ειρηνόφιλο Δικαιόπολη. Η κωμωδία πήρε το όνομά της από το χορό, που τον αποτελούν χωρικοί Αχαρνείς.

∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Ώρα είναι άρα γερή καρδιά να κάνω. Πρέπει να πάω να βρω τον Ευριπίδη.
(Ο ∆ικαιόπολης πηγαίνει στο διπλανό σπίτι, που υποτίθεται είναι του Ευριπίδη)
Παιδί! Ε, παιδί!
ΚΗΦΙΣΟΦΩΝΤΑΣ
Ποιος είναι;
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Μέσα είναι ο Ευριπίδης;
ΚΗΦΙΣΟΦΩΝΤΑΣ
Και είναι και δεν είναι, αν καταλαβαίνεις.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Πως είναι και δεν είναι; Μπορεί;
ΚΗΦΙΣΟΦΩΝΤΑΣ
Έτσι ακριβώς γέροντα. Ο νους του έξω τριγυρνά, μαζεύει στιχουργάκια – δεν είναι άρα  μέσα, ο ίδιος όμως μέσα και ξαπλωτός ανάσκελα. Γράφει τραγωδίες.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Αχ Ευριπίδη, τρισµακάριστε άνθρωπε! Τι σοφά ξέρει να απαντάει ο δούλος σου. Φώναξέ τον να βγει.
ΚΗΦΙΣΟΦΩΝΤΑΣ
Αδύνατον.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Κι εγώ δεν θα φύγω. Θα χτυπήσω την πόρτα.
Ευριπίδηηη! Ευριπιδάκιιι!
Άνοιξε αν άνοιξες κάποτε σε κάποιον! Είμαι ο Δικαιόπολης, ο Χαλανδριώτης.
(Ακούγεται η φωνή του Ευριπίδη από μέσα) 
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
∆εν ευκαιρώ.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Γλίστρα κατά δω µε το μηχάνημα.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
∆εν μπορώ.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Πρέπει.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Καλά. Θα γλιστρήσω.
∆εν θα κατέβω όμως, δεν έχω καιρό.
(«Γλιστράει» το μηχάνημα. Πάνω του είναι ο Ευριπίδης)
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Α! Ευριπίδη! Τι βλέπω ρε;
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Τι φωνάζεις;
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Γράφεις ανάσκελα ενώ μπορείς μπρούμυτα;
Γι’ αυτό τους στραβώνεις τους στίχους σου ρε;
Και τι φοράς τέτοια απομεινάρια τραγωδίας κουρέλια επάνω σου;
Γι’ αυτό παρασταίνεις όλο φτωχούς;
Σε παρακαλώ Ευριπίδη, σε ικετεύω. Δώσε µου κουρέλι από παλιά τραγωδία σου!
Πρέπει να λογοδοτήσω στο Χορό για καλά και να πω ρητορείες.
Αν αποτύχω µε περιμένει ο θάνατος.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Τι κουρέλια λες; Εκείνο που φορούσε ο γεροδύστυχος Οινέας;
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Όχι του Οινέα.
Άλλου αθλιότερου.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Του Φοίνικα του αόμματου;
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Ούτε. Ούτε του Φοίνικα. Κάποιος άλλος ήταν κι απ’ το Φοίνικα πιο κάτω.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Ποιανού κουρέλια µου ζητάς τώρα; Μήπως λες του Φιλοκτήτη του ρακένδυτου;
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Όχι. Του αλλουνού. Του πολύ πιο ρακένδυτου.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Θέλεις τα βρωµοκούρελα του κουτσού Βελλερεφόντη;
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Όχι. Ένας άλλος. Κουτσός κι εκείνος ήταν και ζητιάνος και φλύαρος ακράτητος.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Α! Ξέρω ποιον λες! Τον Τήλεφο απ’ τη Μυσία!
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Ναι! Ναι. Τον Τήλεφο! Αυτόν! Αυτουνού τα κουρέλια δώσε µου σε παρακαλώ.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Έλα Κηφισοφώντα. ∆ως του τα κουρέλια του Τήλεφου.
Τα έχω πάνω απ’ τα κουρέλια του Θυέστη και κάτω απ’ της Ινώς.
(Ο Κηφισοφώντας τα φέρνει, τα δίνει)
ΚΗΦΙΣΟΦΩΝΤΑΣ
Να τα. Αυτά είναι. Πάρτα.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
∆ία που βλέπεις από πάνω και μέσα στα πάντα!
Κάνε µε να μοιάσω µε τον πιο τρισάθλιο!
Κι αφού µου δώρισες Ευριπίδη µου αυτά δώσε µου και τα άλλα που ταιριάζουν µ’ αυτά.
Δώσε µου το σκουφάκι που φορούν στη Μυσία.
Πρέπει να δείξω πάμφτωχος σήμερα.
Να είμαι αυτός αλλά άλλος να δείχνω.
Οι θεατές να µε ξέρουν ποιος είμαι αλλά οι άντρες του Χορού να χάσκουν ολόγυρα.
Να τους κουφάνω στα έξυπνα.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Θα σ ’τα δώσω. Μηχανεύεται ο νους σου γερά.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Να ευτυχίσεις Ευριπίδη!
Και στον Τήλεφο να δώσουν οι θεοί όσα σκέφτομαι.
(Ο ∆ικαιόπολης φόρεσε τα κουρέλια και το σκούφο του Τήλεφου, που του έφερε ο Κηφισοφώντας) 
Εντάξει είμαι, να. Γέμισα κιόλας ατράνταχτα λόγια.
Χρειάζομαι όμως και ραβδάκι ζητιάνου.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Πάρε και φύγε. Φύγε. Φύγε απ’ τις σκάλες.
(Του δίνει ραβδί, αλλά ο Δικαιόπολης δεν φεύγει)
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Αχ ψυχή µου, βλέπεις πως διώχνοµαι κι ας έχω ανάγκη σύνεργα κι άλλα.
Ταπεινώσου ψυχή μου, σκύψε, ζητιάνεψε.
Ευριπιδάκι µου, σε παρακαλώ, δώς µου ένα καταμαυρισμένο πλεκτό σκέπασμα λύχνου.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Τι ανάγκη το έχεις τέτοιο ψαθί;
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Όχι ανάγκη. Όμως το θέλω.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Κολλιτσίδα µου έγινες. Φύγε.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Αχ να ευτυχίσεις, μακάρι, όπως η μάνα σου.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Φύγε τώρα. Πήρες.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Μια κούπα τουλάχιστο µε σπασμένα τα χείλη.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Παρ’ την και χάσου. ∆εν αντέχεσαι.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Αχ, µα το ∆ία!
Ξέρεις πόσο µε λυπείς! Ευριπιδάκι µου καλό, τούτο µόνο.
Ένα. Δώσε µου μια χυτρίτσα στουπωμένη µε σφουγγάρι.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Βρε άνθρωπέ µου! Θα µου πάρεις όλες τις τραγωδίες σιγά σιγά.
Πάρε τη χυτρίτσα και φύγε.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
Φεύγω Ευριπιδάκι µου, αχ όμως, πως! Αν δεν έχω ένα ακόμα που χρειάζομαι χάθηκα αχ Ευριπιδάκι γλυκό µου δώς µου να πάρω ακόμα και τούτο και φεύγω Ευριπίδη µου δεν ξανάρχομαι άλλο. Βάλε στο ζεµπίλι µου λίγα λαχανόφυλλα.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Με κατάστρεψες! Αμάν! Όλες µου τις τραγωδίες τις κατάκλεψε ς.
∆ΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ
 Όχι ακόμα. Φεύγω όμως, φεύγω, βάρος έγινα. ∆εν καταλαβαίνω πως µε μισούν οι άρχοντες. Αχ ο δύστυχος αχ χάθηκα.
Το κυριότερο ξέχασα. Ευριπιδάκι µου, γλύκα µου και καμάρι µου κακήν κακώς να πάθω αν σου ζητήσω και άλλο.
Μόνο αυτό. Μόνο το ένα. Αυτό µόνο.
Αυτό… Δώσε λίγες λαχανίδες, κληρονομιά της μάνας σου.
ΕΥΡΙΠΙ∆ΗΣ
Με βρίζει ο ξεδιάντροπος! Κλείσ’ του την πόρτα.
(Του κλείνουν την πόρτα, ο Δικαιόπολης φεύγει αργά)