Συνολικές προβολές σελίδας

ΣΥΣΤΑΣΗ

Με πολύ καλή διάθεση δημοσιεύω στο παρόν blog κάποια άρθρα που πιστεύω ότι μπορεί να βοηθήσουν κάποιους συναδέλφους γυμναστές ή προπονητές, υπάρχουν όμως αρκετοί που αναδημοσιεύουν τα δικά μου άρθρα σε δικά τους site ή blog χωρίς αναφορά στο όνομά μου ή στο blog από όπου προέρχονται τα άρθρα.

Στο εξής απαγορεύεται ρητά σε όλους να αναδημοσιεύουν άρθρα από το παρόν blog και δικά μου άρθρα από οπουδήποτε αλλού τα βρουν διαθέσιμα.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Οξείδωση και Ενδογενή και Διατροφικά αντιοξειδωτικά


  Τα τρισεκατομμύρια των κύτταρων του σώματος αντιμετωπίζουν καθημερινά απειλές, από την έλλειψη διατροφικών στοιχείων, από τη μόλυνση της ατμοσφαίρας και από την ενδογενή οξείδωση, μια μόνιμη απειλή που προέρχεται από μια σειρά χημικών ουσιών που αποκαλούνται ελεύθερες ρίζες και που είναι σε θέση να βλάπτουν τα κύτταρα και το γενετικό υλικό. Το σώμα αναπόφευκτα παράγει ελεύθερες ρίζες ως υποπροϊόντα της μετατροπής της τροφής σε ενέργεια, από χημικές ουσίες που βρίσκονται στα τρόφιμα που τρώμε και στο νερό που πίνουμε, τον αέρα που αναπνέουμε και την ηλιακή ακτινοβολία.
  Οι ελεύθερες ρίζες είναι ενώσεις που είναι πολύ ασταθείς οι οποίες ψάχνουν να βρουν τα ηλεκτρόνια που χρειάζονται για να αποκτήσουν σταθερότητα. Τα ηλεκτρόνια είναι τα στοιχεία που συνδέουν τα άτομα με άλλα άτομα και σχηματίζουν μόρια. Ο αριθμός των ηλεκτρονίων της εξωτερικής στιβάδας καθορίζει την τάση του ατόμου να συνδέεται με άλλα άτομα και να σχηματίζει δεσμούς. Αν τα άτομα έχουν περίσσεια ηλεκτρονίων ή τους λείπουν κάποια για να συμπληρώσουν την εξωτερική τους στιβάδα, προσπαθούν να ισορροπήσουν την εξωτερική τους στιβάδα είτε δίνοντας είτε παίρνοντας ηλεκτρόνια από ένα άλλο άτομο. Αποσπούν έτσι ηλεκτρόνια από άλλα άτομα τα οποία μετατρέπονται επίσης σε ελεύθερες ρίζες αφού πια τους λείπουν ηλεκτρόνια. Δημιουργείται δηλαδή ένας οξειδωτικός καταρράκτης ο οποίος αν δεν σταματήσει οδηγεί σε σημαντικές βλάβες στα κύτταρα. Οι αντιοξειδωτικές ουσίες αυτό που κάνουν είναι να διακόπτουν αυτόν τον οξειδωτικό καταρράκτη, δίνοντας τα απαραίτητα ηλεκτρόνια χωρίς να μετατρέπονται οι ίδιες σε ελεύθερες ρίζες.
  Οι ελεύθερες ρίζες είναι μια σειρά από ουσίες που προέρχονται από διάφορες χημικές αντιδράσεις, φέρουν πολλά σχήματα, μεγέθη, και χημικές συνθέσεις. Το κοινό τους στοιχείο είναι ότι όλες έχουν μια ακόρεστη όρεξη για ηλεκτρόνια, κλέβοντάς τα από όποιες ουσίες μπορούν. Αυτή η κλοπή των ηλεκτρονίων μπορεί να μεταβάλλει ριζικά τη δομή ή τη λειτουργία του δότη μέχρι του σημείου να αλλάξει τις οδηγίες που κωδικοποιούνται σε έναν κλώνο του DNA, ή μπορεί να μεταβάλλει τη μεμβράνη ενός κυττάρου αλλάζοντας την ροή του τι εισέρχεται ή τι δεν εισέρχεται στα κύτταρα.
  Δεν είμαστε ανυπεράσπιστοι ενάντια στις ελεύθερες ρίζες, το σώμα χρησιμοποιεί μια σειρά από χημικές ουσίες για την αναστολή της δράσης των ελεύθερων ριζών γνωστές ως αντιοξειδωτικά, τα οποία λειτουργούν γενναιόδωρα δίνοντας ηλεκτρόνια στις ελεύθερες ρίζες.
  Είναι φυσικό το ότι ο οργανισμός έχει αναπτύξει ένα σύστημα αντιοξειδωτικών ουσιών για να προστατεύεται από την τοξική δράση των ελεύθερων ριζών. Υπάρχει ένα ισχυρότατο ενδογενές αντιοξειδωτικό σύστημα στα μιτοχόνδρια και τον ενδοκυττάριο χώρο, στην κυκλοφορία του αίματος και τον μεσοκυττάριο χώρο. Όταν αυξάνεται η παραγωγή ελεύθερων ριζών, τότε αυξάνεται και η παραγωγή αντιοξειδωτικών ουσιών ώστε οι βλάβες να περιορίζονται στο ελάχιστο δυνατό.
  Ο μηχανισμός παραγωγής αντιοξειδωτικών μπορεί να αυξηθεί για να παράγει αντιοξειδωτικά όταν εκτίθεται σε οξειδωτικούς παράγοντες όπως η σωματική άσκηση που ανάλογα με την ένταση προκαλεί αύξηση των ελεύθερων ριζών λόγω της αυξημένης οξείδωσης αλλά παράλληλα αυξάνει και την παραγωγή αντιοξειδωτικών ουσιών, η οποία με συνεχή άσκηση μπορεί να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, αυξάνοντας έτσι την άμυνα του οργανισμού από τη δράση των ελεύθερων ριζών για να ανταπεξέλθει σε ένα ξαφνικό ισχυρότερο ερέθισμα που θα δεχθεί την επίθεση μεγάλης ποσότητας ελεύθερων ριζών.
  Ένα αντιοξειδωτικό είναι ένα μόριο που αναστέλλει την οξείδωση άλλων μορίων, η οξείδωση είναι μια χημική αντίδραση που μπορεί να παράγει ελεύθερες ρίζες, που οδηγούν σε αλυσιδωτές αντιδράσεις που μπορεί να βλάψουν τα κύτταρα. Αντιοξειδωτικά όπως οι θειόλες ή το ασκορβικό οξύ (βιταμίνη C) τερματίζουν αυτές τις αλυσιδωτές αντιδράσεις. Ο όρος ʺαντιοξειδωτικόʺ χρησιμοποιείται κυρίως για δύο διαφορετικές ομάδες ουσιών, τις βιομηχανικές χημικές ουσίες που προστίθενται σε προϊόντα για την πρόληψη της οξείδωσης και τις φυσικές χημικές ουσίες που βρίσκονται στα τρόφιμα και τους ιστούς του σώματος οι οποίες λέγεται ότι έχουν ευεργετικές επιδράσεις στην υγεία.
  Οι ελεύθερες ρίζες δημιουργούνται από διάφορες μεταβολικές διαδικασίες, από τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, το κάπνισμα και την έντονη σωματική δραστηριότητα, όπως οι προπονήσεις των αθλητών. Τα αντιοξειδωτικά σπάζουν την αλυσιδωτή αντίδραση των ελεύθερων ριζών. Ακόμη πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλες οι ελεύθερες ρίζες δεν έχουν την ίδια δομή και ανάλογα από που προέρχονται δρα και το ανάλογο αντιοξειδωτικό.
  Για την εξισορρόπηση της οξείδωσης τα φυτά και τα ζώα διατηρούν πολύπλοκα συστήματα των αντιοξειδωτικών, όπως η γλουταθειόνη και τα ένζυμα (π.χ. καταλάση και η υπεροξειδική δισμουτάση) που παράγονται εσωτερικά ή τα διατροφικά αντιοξειδωτικά όπως η βιταμίνη Α, η βιταμίνη C και η βιταμίνη Ε.
  Παρά το γεγονός ότι ορισμένα επίπεδα των αντιοξειδωτικών βιταμινών στη διατροφή απαιτούνται για την καλή υγεία, υπάρχει σημαντική αμφιβολία ως προς το αν τροφές πλούσιες σε αντιοξειδωτικές ουσίες ή η συμπληρωματική λήψη τους έχουν κάποια επιπλέον δράση και αν είναι πραγματικά ευεργετικά. Παράδειγμα οι πολυφαινόλες, οι οποίες έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες in vitro, δεν έχουν αποδειχθεί ως διαιτητικά αντιοξειδωτικά in vivo, αλλά μπορούν να έχουν μη-αντιοξειδωτικούς ρόλους σε μικρές συγκεντρώσεις πιθανόν και στην ευαισθησία του κυτταρικού υποδοχέα.
  Ένα παράδοξο του μεταβολισμού είναι ότι ενώ το οξυγόνο είναι απαραίτητο για την ύπαρξη είναι συγχρόνως ένα ιδιαίτερα δραστικό μόριο που αυξάνει τις ελεύθερες ρίζες στον οργανισμό, κατά συνέπεια ο οργανισμός φέρει ένα σύνθετο δίκτυο αντιοξειδωτικών που συνεργάζονται για την πρόληψη της οξειδωτικής βλάβης στα κυτταρικά συστατικά όπως το DNA, τις πρωτεϊνες και τα λιπιδία.
  Ωστόσο, η οξείδωση είναι απαραίτητη για τις κυτταρικές λειτουργίες, έτσι η λειτουργία των αντιοξειδωτικών συστημάτων δεν είναι να αφαιρέσουν εντελώς τις ελεύθερες ρίζες, αλλά αντίθετα να τις κρατήσει σε ένα βέλτιστο επίπεδο.
  Από την κατανάλωση του οξυγόνου παράγονται στα κύτταρα ουσίες που περιλαμβάνουν το υπεροξείδιο του υδρογόνου (H2O2), το υποχλωριώδες οξύ (ΗCΙΟ), και ελεύθερες ρίζες όπως οι ρίζες υδροξυλίου (· ΟΗ) και τα υπεροξειδικά ανιόντα (O2 -).
  Αυτά τα οξειδωτικά μπορούν να βλάψουν τα κύτταρα αρχίζοντας αντιδράσεις χημικής αλυσίδας όπως υπεροξείδωση λιπιδίων ή την οξείδωση του DNA ή των πρωτεϊνών.
Η βλάβη στο DNA μπορεί να προκαλέσει μεταλλάξεις και πιθανώς καρκίνο, αν δεν αναστραφεί από μηχανισμούς επιδιόρθωσης του DNA, ενώ η βλάβη στις πρωτεΐνες προκαλεί αναστολή των ενζύμων, μετουσίωση και αποικοδόμηση πρωτεϊνών.
  Τα αντιοξειδωτικά ταξινομούνται σε δύο ευρείες κατηγορίες, ανάλογα με το αν είναι διαλυτά στο νερό (υδρόφιλα) ή σε λιπίδια (λιπόφιλα). Σε γενικές γραμμές τα υδατοδιαλυτά αντιοξειδωτικά αντιδρούν στην οξείδωση στο κύτταρο, στο κυτταρόπλασμα και στο πλάσμα του αίματος, ενώ τα λιποδιαλυτά αντιοξειδωτικά προστατεύουν τις κυτταρικές μεμβράνες από την υπεροξείδωση των λιπιδίων. Αυτές οι ενώσεις μπορούν να συντεθούν στο σώμα ή να λαμβάνονται από τη διατροφή. Τα διαφορετικά αντιοξειδωτικά υπάρχουν σε μία ευρεία περιοχή συγκεντρώσεων στα σωματικά υγρά και τους ιστούς, με κάποια από αυτά όπως η γλουταθειόνη ή η ουμπικουϊνόνη να βρίσκονται ως επί το πλείστον εντός των κυττάρων, ενώ άλλα, όπως το ουρικό οξύ είναι πιο ομοιόμορφα κατανεμημένα.
  Η σχετική σημασία και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων αυτών αντιοξειδωτικών είναι ένα πολύ σύνθετο ζήτημα, με τους διάφορους μεταβολίτες και τα ενζυμικά συστήματα που έχουν συνεργιστικές και αλληλοεξαρτώμενες επιπτώσεις το ένα στο άλλο. Η δράση ενός αντιοξειδωτικού μπορεί συνεπώς να εξαρτάται από την ορθή λειτουργία ενός άλλου από τα μέλη του αντιοξειδωτικού συστήματος. Το ποσό της προστασίας που παρέχεται από ένα αντιοξειδωτικό εξαρτάται επίσης από τη συγκέντρωσή του, την αντιδραστικότητα του προς το συγκεκριμένο είδος ελεύθερων ριζών και την κατάσταση των αντιοξειδωτικών με τα οποία αλληλεπιδρά.
  Μερικές ενώσεις συμβάλλουν στην αντιοξειδωτική άμυνα μέσω της χηλίωσης μετάλλων εμποδίζοντας την παραγωγή ελευθέρων ριζών στο κύτταρο. Το σελήνιο και ο ψευδάργυρος συνήθως αναφέρονται ως αντιοξειδωτικά συστατικά, αλλά αυτά τα χημικά στοιχεία δεν έχουν καμία αντιοξειδωτική δράση όμως η παρουσία τους απαιτείται για τη δραστηριότητα μερικών αντιοξειδωτικών ενζύμων.

Αντιοξειδωτικές ουσίες                   
Διαλυτότητα
Ασκορβικό οξύ (βιταμίνη C)                
Νερό
Γλουταθειόνη                                           
Νερό
Λιποϊκό οξύ                                             
Νερό
Ουρικό οξύ                                              
Νερό
Καροτένια (βιταμίνη Α)                       
Λιπίδια
α-τοκοφερόλη (βιταμίνη Ε)               
Λιπίδια
Ουμπικουϊνόνη (συνένζυμο Q)            
Λιπίδια

Ενδογενή αντιοξειδωτικά

Ουρικό οξύ
  Το ουρικό οξύ είναι μακράν το αντιοξειδωτικό με την υψηλότερη συγκέντρωση στο αίμα. Το ουρικό οξύ είναι ένα αντιοξειδωτικό οξυπουρίνης παράγεται από ξανθίνη μέσω του ενζύμου οξειδάση της ξανθίνης και είναι ένα ενδιάμεσο προϊόν του μεταβολισμού των πουρινών.
  Οι αντιοξειδωτικές επιδράσεις του ουρικού οξέος έχουν οδηγήσει τους ερευνητές να προτείνουν ότι τα επίπεδα ορού του ουρικού οξέος συνδέονται αντιστρόφως ανάλογα με τη συχνότητα της σκλήρυνσης κατά πλάκας στον άνθρωπο, επειδή ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας έχουν χαμηλά επίπεδα ουρικού οξέος και τα άτομα με υπερουριχαιμία σπάνια αναπτύσσουν τη νόσο. Επιπλέον, η χορήγηση του ουρικού οξέος είναι ένα θεραπευτικό πειραματικό στοιχείο για την αλλεργική εγκεφαλομυελίτιδα, ένα ζωικό μοντέλο σκλήρυνσης κατά πλάκας.
  Το ουρικό οξύ έχει την υψηλότερη συγκέντρωση από οποιοδήποτε αντιοξειδωτικό στην αιματική ροή και παρέχει πάνω από το ήμισυ της συνολικής αντιοξειδωτικής ικανότητας του ορού. Οι αντιοξειδωτικές δραστηριότητες του ουρικού οξέος είναι επίσης πολύπλοκες, δεδομένου ότι δεν αντιδρά με κάποια οξειδωτικά, όπως τα υπεροξείδια, αλλά δρα ενάντια στο υπεροξεινιτρικό και υποχλωριώδες οξύ. Πολλές από αυτές τις μελέτες καθορίζουν ότι οι αντιοξειδωτικές δράσεις του ουρικού οξέος είναι εντός των φυσιολογικών ορίων του.

Γλουταθειόνη
  Η γλουταθειόνη είναι ένα πεπτίδιο που περιέχει κυστεΐνη δεν προσλαμβάνεται από τη διατροφή και αντ' αυτού συντίθεται στα κύτταρα από αμινοξέα. Η γλουταθειόνη έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες από την ομάδα θειόλης της κυστεΐνης στα κύτταρα. Η γλουταθειόνη διατηρείται από το ένζυμο αναγωγάση της γλουταθειόνης και με τη σειρά της επηρεάζει άλλους μεταβολίτες και ενζυμικά συστήματα, όπως το ασκορβικό στον κύκλο γλουταθειόνης-ασκορβικού και στις υπεροξειδάσες της γλουταθειόνης καθώς αντιδρούν απ' ευθείας στις ελεύθερες ρίζες. Λόγω της υψηλής συγκέντρωσής του και τον κεντρικό του ρόλο στη διατήρηση της οξειδοαναγωγικής κατάστασης του κυττάρου η γλουταθειόνη είναι ένα από τα πιο σημαντικά κυτταρικά αντιοξειδωτικά.

Μελατονίνη
  Η μελατονίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται από την επίφυση με την παρουσία του αμινοξέος τρυπτοφάνη. Είναι ένα ισχυρό αντιοξειδωτικό που διαπερνά εύκολα τις κυτταρικές μεμβράνες και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Σε αντίθεση με άλλα αντιοξειδωτικά, η μελατονίνη δεν υφίσταται σε οξειδοαναγωγικό κύκλο, η οποία είναι η ικανότητα ενός μορίου να υποβληθεί σε επανειλημμένη αναγωγή και οξείδωση όπως άλλα αντιοξειδωτικά (βιταμίνη C), επειδή σχηματίζει αρκετά σταθερά τελικά προϊόντα κατά την αντίδραση με τις ελεύθερες ρίζες, ως εκ τούτου, αναφέρεται ως ένα τερματικό αντιοξειδωτικό.

Λιποϊκό οξύ
  Το λιποϊκό οξύ συντίθεται στον ανθρώπινο οργανισμό και δρα σαν συνένζυμο στη διάσπαση του γλυκογόνου και την μετατροπή του πυροσταφυλικού οξέος σε ακετυλοσυνένζυμο Α. Βοηθά το σώμα να χρησιμοποιήσει άλλα αντιοξειδωτικά όπως την βιταμίνη Ε, την βιταμίνη C και τη γλουταθειόνη. 

Συνένζυμο Q10
Το συνένζυμο Q10 ή ουμπικουϊνόνη είναι ένα μόριο, το οποίο μεταφέρει ηλεκτρόνια και πρωτόνια, συντίθεται παρουσία του αμινοξέος τυροσίνη μέσω μιας σύνθετης διαδικασίας που απαιτεί την παρουσία βιταμινών και ιχνοστοιχείων. Ως αντιοξειδωτικό βοηθά στην εξουδετέρωση των ελεύθερων ριζών και σταθεροποιεί τις κυτταρικές μεμβράνες. Είναι το μόνο γνωστό λιπίδιο που παράγεται απευθείας μέσα στο σώμα που διατηρεί μια λειτουργία οξειδοαναγωγής, στην οποία οι αριθμοί οξείδωσης σε άτομα αλλάζουν κατά τη διάρκεια των χημικών αντιδράσεων.

Ενζυμικά συστήματα
  Όπως με τα χημικά αντιοξειδωτικά, τα κύτταρα προστατεύονται κατά του οξειδωτικού στρες από ένα δίκτυο αντιοξειδωτικών ενζύμων. Το υπεροξείδιο που απελευθερώνεται από διαδικασίες όπως η οξειδωτική φωσφορυλίωση πρώτα μετατρέπεται σε υπεροξείδιο του υδρογόνου και στη συνέχεια ανάγεται περαιτέρω για να δώσει νερό. Αυτή η οδός αποβολής των υποπροϊόντων του μεταβολισμού είναι το αποτέλεσμα πολλαπλών ενζύμων, με το υπεροξείδιο της δισμουτάσης να καταλύει το πρώτο στάδιο και στη συνέχεια η καταλάση και διάφορες υπεροξειδάσες οδηγούν στην απομάκρυνση του υπεροξειδίου του υδρογόνου. Όπως και με τους αντιοξειδωτικούς μεταβολίτες η συνεισφορά αυτών των ενζύμων στις αντιοξειδωτικές άμυνες μπορεί να είναι δύσκολο να διαχωριστούν.

Υπεροξειδική δισμουτάση
  Η υπεροξειδική δισμουτάση συνδέεται στενά με τα ένζυμα που καταλύουν τη διάσπαση του ανιόντος υπεροξειδίου σε οξυγόνο και υπεροξείδιο του υδρογόνου. Τα υπεροξείδια της δισμουτάσης είναι παρόντα σε όλα σχεδόν τα αερόβια κύτταρα και στα εξωκυτταρικά υγρά. 
  Τα υπεροξείδια της δισμουτάσης περιέχουν συμπαράγοντες ιόντων μετάλλων που ανάλογα με το ισοένζυμο, μπορεί να είναι χαλκός, ψευδάργυρος, μαγγάνιο ή σίδηρος. Στους ανθρώπους τα υπεροξείδια της δισμουτάσης είναι συνδεδεμένα με χαλκό ή ψευδάργυρο και βρίσκονται στο κυτταρόπλασμα, ενώ τα συνδεδεμένα με μαγγάνιο βρίσκονται στα μιτοχόνδρια.

Καταλάσες
  Οι καταλάσες είναι ένζυμα που καταλύουν τη μετατροπή του υπεροξειδίου του υδρογόνου σε νερό και οξυγόνο, χρησιμοποιώντας είτε σίδηρο ή μαγγάνιο ως συμπαράγοντα. Οι καταλάσες δρουν σαν συνέχεια της υπεροξειδικής δισμουτάσης όπου η τελευταία μετατρέπει τις ρίζες των υπεροξειδίων σε υπεροξείδια του υδρογόνου και στη συνέχεια οι καταλάσες τα μετατρέπουν σε νερό και οξυγόνο.  Οι καταλάσες συνδέονται με συμπαράγοντες το σίδηρο και το μαγγάνιο.

Διατροφικά αντιοξειδωτικά

Βιταμίνη C
  Το ασκορβικό οξύ ή βιταμίνη C είναι ένας οξειδοαναγωγικός μονοσακχαρίτης που ο άνθρωπος πρέπει να λαμβάνει από τη διατροφή, ως εκ τούτου είναι μια βιταμίνη.
  Το ασκορβικό οξύ είναι απαραίτητο για τη μετατροπή του προκολλαγόνου σε κολλαγόνο με οξείδωση της προλίνης προς υδροξυπρολίνη.
  Το ασκορβικό οξύ είναι ένας οξειδοαναγωγικός καταλύτης που μπορεί να μειώσει ελεύθερες ρίζες όπως το υπεροξείδιο του υδρογόνου.

Βιταμίνη Ε
Η βιταμίνη Ε είναι το συνολικό όνομα για ένα σύνολο από οκτώ τοκοφερόλες και τοκοτριενόλες, που είναι λιποδιαλυτές βιταμίνες με αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Από αυτές η α-τοκοφερόλη έχει μελετηθεί περισσότερο, δεδομένου ότι έχει την υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα, με το σώμα κατά προτίμηση να απορροφά και να μεταβολίζει αυτή τη μορφή.
Έχει υποστηριχθεί ότι η α-τοκοφερόλη είναι το πιο σημαντικό λιποδιαλυτό αντιοξειδωτικό, και ότι προστατεύει τις κυτταρικές μεμβράνες από την οξείδωση. Αυτό είναι σύμφωνο με τα ευρήματα που δείχνουν ότι η α-τοκοφερόλη προστατεύει αποτελεσματικά την υπεροξειδάση της γλουταθειόνης (GPx4) και τον κυτταρικό θάνατο.
  Ωστόσο, ο ρόλος και η σημασία των διαφόρων μορφών της βιταμίνης Ε είναι προς το παρόν ασαφείς, και έχει ακόμη προταθεί ότι η πιο σημαντική λειτουργία της α-τοκοφερόλης είναι σαν ένα μόριο σηματοδότησης χωρίς σημαντικό ρόλο στον αντιοξειδωτικό μεταβολισμό. Οι λειτουργίες των άλλων μορφών της βιταμίνης Ε είναι ακόμη λιγότερο καλά κατανοητές, αν και η γ-τοκοφερόλη είναι ένα πυρηνόφιλο που μπορεί να αντιδράσει με ηλεκτρόφιλα μεταλλαξιογόνα και τοκοτριενόλες και πιθανόν να είναι σημαντική στην προστασία των νευρώνων από βλάβες.

Βιταμίνη Α
  Η βιταμίνη Α είναι απαραίτητη για την πραγματοποίηση μιας σειράς λειτουργιών του οργανισμού όπως η όραση, η σωστή ανάπτυξη των οστών, η ανάπτυξη του σώματος, τα υγιή δόντια και ακόμη έχει ρόλο συνένζυμου.
  Η σημαντικότερη και πλέον απορροφήσιμη μορφή της βιταμίνης Α είναι η ρετινόλη.
  Ακόμη συναντάμε πρόδρομες ουσίες της που είναι οι καροτίνες. Απ’ αυτές η πλέον απορροφήσιμη είναι η β-καροτίνη.
Η κύρια πηγή βιταμίνης Α στον άνθρωπο είναι οι καροτίνες που βρίσκονται σε αφθονία στα βαθυπράσινα και κίτρινα λαχανικά, ακόμη ζωικές τροφές που περιέχουν βιταμίνη Α όπως το συκώτι, διάφορα ψάρια και ιχθυέλαια.
  Οι καροτίνες των λαχανικών καταστρέφονται σχετικά εύκολα από την έκθεση στον ήλιο και σε υψηλές θερμοκρασίες.

  Οι αντιοξειδωτικές βιταμίνες βρίσκονται στα λαχανικά, τα φρούτα, τα αυγά, τα όσπρια και τους ξηρούς καρπούς. Οι βιταμίνες Α, C, και Ε μπορεί να καταστραφούν από μακροχρόνια αποθήκευση ή το μαγείρεμα. Τα αποτελέσματα του μαγειρέματος και της επεξεργασίας των τροφίμων είναι πολύπλοκα, αλλά κάποιες από αυτές μπορεί επίσης να αυξήσουν τη βιοδιαθεσιμότητα των αντιοξειδωτικών, όπως ορισμένων καροτενοειδών στα λαχανικά. Τα επεξεργασμένα τρόφιμα περιέχουν λιγότερες αντιοξειδωτικές βιταμίνες από τα φρέσκα και ωμά τρόφιμα, καθώς η προετοιμασία εκθέτει τα τρόφιμα στη θερμότητα και το οξυγόνο.
  Άλλα αντιοξειδωτικά δεν είναι βιταμίνες και αντ' αυτού συντίθενται στο σώμα, για παράδειγμα, η ουμπικουϊνόνη (συνένζυμο Q10) απορροφάται ελάχιστα από το έντερο και συντίθεται στο σώμα, ένα άλλο παράδειγμα είναι η γλουταθειόνη, η οποία συντίθεται από αμινοξέα. Όταν λαμβάνεται ως συμπλήρωμα διασπάται στο έντερο σε ελεύθερη κυστεΐνη, γλυκίνη και γλουταμινικό οξύ, ακόμη και μεγάλες δόσεις από του στόματος έχουν μικρή επίδραση στη συγκέντρωση της γλουταθειόνης στο σώμα. Αντίθετα μεγάλες ποσότητες που περιέχουν αμινοξέα που περιέχουν θείο όπως η ακετυλοκυστεΐνη μπορεί να αυξήσουν την γλουταθειόνη, χωρίς να υπάρχει κάποια απόδειξη ότι η κατανάλωση υψηλών ποσοτήτων αυτών των πρόδρομων της γλουταθειόνης είναι ευεργετικά για υγιείς ενήλικες.
  Το οξειδωτικό στρες συνοδεύει εκ των πραγμάτων τη ζωή, μιας και αυτή βασίζεται στο οξυγόνο. Η σωστή λειτουργία των αντιοξειδωτικών συστημάτων του οργανισμού και η ενίσχυση τους, μπορεί να περιορίσει στο ελάχιστο δυνατό τις βλάβες που προκαλούνται από τις ελεύθερες ρίζες.
  Οι δραστηριότητες σε συνθήκες που δεν προκαλούν ιδιαίτερο άγχος, η άσκηση και η σωστή διατροφή, προάγουν την παραγωγή αντιοξειδωτικών ουσιών μέσα σε πλαίσια που μπορεί να ελέγξει ο οργανισμός, μπορεί να είναι ιδιαίτερα ωφέλιμες.